νόστος

νόστος
ο книжн., поэт, возвращение на родину

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "νόστος" в других словарях:

  • νόστος — return home masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστος — ο (Α νόστος) επιστροφή ξενιτεμένου στην πατρίδα, παλινόστηση («Ὀδυσσεὺς ὤλεσε τηλοῡ νόστον Ἀχαιΐδος», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. (γενικά) επάνοδος 2. ταξίδι, πλους 3. (για σιτάρι) σοδειά, συγκομιδή 4. (για φαγητό) νοστιμιά 5. (το αρσ. ως κύριο όν.) Νόστοι… …   Dictionary of Greek

  • νόστοι — νόστος return home masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστοιο — νόστος return home masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστοις — νόστος return home masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστον — νόστος return home masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστου — νόστος return home masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστους — νόστος return home masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστοφι — νόστος return home masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστων — νόστος return home masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστῳ — νόστος return home masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»